Αρχείο ετικέτας νέα ελληνικά

Τα γραμμικά και πολυτροπικά κείμενα… (ΙΙ)

Ένα γραπτό κείμενο έχει πάντα μία εγγενή αδυναμία. Το εγγενής σημαίνει ότι αυτή η αδυναμία βρίσκεται μέσα στη φύση του ίδιου του κειμένου. Δεν μπορεί δηλαδή να την αποβάλει και να απαλλαγεί απ’ αυτή.

Την εγγενή αδυναμία των γραπτών κειμένων την ονομάζουμε γραμμικότητα. Πράγματι, ένα έντυπο κείμενο, ως εικόνα γραπτού λόγου, ξετυλίγεται λίγο λίγο, καθώς η όρασή μας παρακολουθεί, γραμμή γραμμή, τη ροή των λέξεων και των γραμμάτων. Μπορούμε πολύ εύκολα, πάνω σε μία έντυπη σελίδα, να μετρήσουμε το σύνολο των γραμμών, το άθροισμα των λέξεων, ακόμη και των γραμμάτων. Σήμερα, αυτές τις πολλαπλές αθροίσεις τις κάνει αυτόματα ο υπολογιστής. Αυτό, ακριβώς, το άθροισμα των γραμμών και η συνολική αλυσίδα των λέξεων, που δημιουργεί την κάθε γραμμή, συνιστούν την έννοια της γραμμικότητας ενός κειμένου.

Ερώτημα εύλογο: γιατί η γραμμικότητα συνιστά αδυναμία για ένα κείμενο;

Για να κατανοήσουμε τη γραμμικότητα ως αδυναμία, μπορούμε να πάρουμε ως παράδειγμα ένα αφηγηματικό κείμενο. Καθώς ένα τέτοιο κείμενο ξετυλίγει, λίγο λίγο, την αφήγηση κάποιων περιστατικών, έχει μόνο τρεις δυνατότητες: να καθηλωθεί στο παρόν της αφήγησης, να ανατρέξει στο παρελθόν ή να αναχθεί στο μέλλον. Άλλη δυνατότητα δεν έχει. Δεν μπορεί, για παράδειγμα, να αφηγηθεί ταυτόχρονα δύο περιστατικά που συμβαίνουν την ίδια στιγμή. Αυτή η αφηγηματική αδυναμία οφείλεται στο γεγονός ότι τα κείμενα είναι γραμμικά. Αυτή, τελικά, η γραμμικότητά συνιστά και την αδυναμία τους.

Την αδυναμία της γραμμικότητας δεν την έχει η φιλμική αφήγηση. Η τέχνη δηλαδή του κινηματογράφου, που συνιστά μορφή πολυτροπικού κειμένου (= λόγος, εικόνα, κίνηση, ζωντανή δράση, ήχος, μουσική κλπ.) έχει φθάσει στην υπέρβαση της γραμμικότητας. Μπορεί δηλαδή να αφηγηθεί ταυτόχρονα δύο περιστατικά που συμβαίνουν την ίδια στιγμή. Μπορεί δηλαδή η αφηγούμενη οθόνη να «σπάσει» σε δύο ταυτόχρονα προβαλλόμενες αφηγήσεις. Επομένως, το έντυπο κείμενο αφηγηματικά είναι μονοτροπικό, ενώ η φιλμική αφήγηση είναι πολυτροπική.

Την ίδια δυνατότητα με τον κινηματογράφο έχει η δρώσα θεατρική αφήγηση. Μπορεί δηλαδή επί σκηνής να δημιουργηθούν δύο σημεία δράσης και ο θεατής να παρακολουθεί την ταυτόχρονη εξέλιξη δύο αφηγηματικών νημάτων.

Σήμερα, ο υπολογιστής με τις πολλαπλές δυνατότητες που προσφέρει, καταργεί εύκολα τη γραμμικότητα και δημιουργεί κείμενα που παρουσιάζουν μια πολυμορφία. Αυτή, όμως, η πολυμορφία, που συνιστά την έννοια της κειμενικής πολυτροπικότητας, παρουσιάζει με τη σειρά της άλλου είδους εγγενείς αδυναμίες. Συγκεκριμένα, οδηγεί σταδιακά στη συρρίκνωση του καθαρού λόγου – σπανιότερα και στην κατάργηση ή και το θάνατο του λόγου ή, ακόμη, σε μια μορφή «σπαστικού» λόγου που δεν εξασφαλίζει την ομαλή ροή των νοημάτων.

Αυτού του είδους τα κείμενα, τα λεγόμενα δηλαδή πολυτροπικά, είναι κείμενα οπτικού εντυπωσιασμού. Το μονόμορφο και μονότονο γραμμικό κείμενο αντικαθίσταται από ένα άλλο, διαφορετικής οπτικής ποιότητας, που δίνει έμφαση στην εικόνα, στατική ή κινητική, τον ήχο, τη μουσική, το σκίτσο κλπ. και περιορίζει τη λειτουργία του λόγου. Η παντοδυναμία δηλαδή και η πολλαπλή μονοκρατορία της εικόνας, τείνει να εξοβελίσει το λόγο. Φυσικά, ένα τέτοια κείμενο οπτικής και ακουστικής πολυμορφίας δεν μπορεί να αναπτύξει σύνθετα νοήματα, ούτε να είναι υπερβολικά εκτενές γιατί προκαλεί οπτική και αναγνωστική κόπωση.

Peinasmenos_Gatos

Πηγή: Νεοελληνική Γλώσσα (Α’ Γυμνασίου) [Tι πλούσια γλώσσα για έναν πεινασμένο γάτο!], Philippe Geluck, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ 2003.

Σε τελευταία ανάλυση, θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα πολυτροπικά κείμενα, που «μπουκώνουν» την όραση και την ακοή, μοιάζουν να έχουν δημιουργηθεί από μία συγκεκριμένη ανάγκη: να λειτουργήσουν ως διάκοσμος, οπτικός ή ακουστικός, των γραμμικών κειμένων. Η ισχυρή, όμως, εντύπωση που αρχικά προκάλεσαν, επεξέτεινε την κυριαρχική τους τάση και ώθησε τα κείμενα λόγου στο περιθώριο.

Εντούτοις, στη συνείδηση του κάθε αναγνώστη, παραμένει ως κυρίαρχος άρχων το γραμμικό κείμενο, με την έννοια του κλασικού βιβλίου. Η εικόνα δεν μπόρεσε, τελικά, να καταπιεί τον κειμενικό λόγο. Απόδειξη ότι τα ποιητικά κείμενα που ως λόγο πήραν τη μορφή σχεδίου (βλ. το ποίημα Καλλιγράφημα του Σεφέρη, στο Ημερολόγιο Καταστρώματος, Β’) δεν μπόρεσαν να επικρατήσουν και να εκτοπίσουν τα απλά κειμενικά ποιήματα, αυτά δηλαδή που είναι καθαρά γραμμικά.

ΝΠ, 16/3/2014

 

Εκφραστικά μέσα και σχήματα λόγου: αποσαφήνιση των όρων

Κάθε χρόνο, τέτοια εποχή, όλη η Ελλάδα – μαθητές, γονείς, καθηγητές, χιλιάδες κόσμος – χορεύει στους ρυθμούς των Πανελλαδικών εξετάσεων. Το παραμικρό στοιχείο: βατά θέματα, δύσκολα θέματα, λάθη στα θέματα, εσφαλμένες οδηγίες διόρθωσης κλπ, γίνεται είδηση πανελλήνιου ενδιαφέροντος. Θα είμαστε η μοναδική ίσως χώρα στον κόσμο που ασχολείται τόσο σχολαστικά με το θέμα των εισαγωγικών εξετάσεων στα Πανεπιστήμια. Με αφορμή αυτόν τον περίεργο χορό των Πανελλαδικών εξετάσεων και με αφετηρία ένα θέμα που προέκυψε, γράψαμε το κείμενο που ακολουθεί…

Το μάθημα της λογοτεχνίας «πάσχει» από ένα είδος ρευστότητας. Αυτό το χαρακτηριστικό προκαλεί αρκετά προβλήματα και στους μαθητές και στους διδάσκοντες. Τα περισσότερα και τα μάλλον δυσκολότερα σχετίζονται με θέματα όρων και γενικά ορολογίας. Εύκολα δηλαδή κάποιοι όροι, συγγενικοί μεταξύ τους και με κάποια κοινά σημεία ομοιότητας ή συνάφειας, συγχέονται μεταξύ τους. Το αποτέλεσμα είναι διπλό: οι μαθητές, χωρίς να έχουν κατά νου σαφή και διαυγή την έννοια των όρων, δυσκολεύονται να απαντήσουν σε σχετικές ερωτήσεις. Παράλληλα, από την άλλη πλευρά, και οι διδάσκοντες – τουλάχιστον οι πιο άπειροι – αντιμετωπίζουν κάποια προβλήματα διδακτικής καθαρότητας και σαφήνειας.

Τα προβλήματα αυτά έρχονται συνήθως στην επιφάνεια και αναδύονται με πιεστικό τρόπο, κάθε φορά – πάντα τέτοια εποχή – που διενεργούνται πανελλαδικές εξετάσεις. Πιο έντονα και περισσότερο χαρακτηριστικά αυτό συμβαίνει, όταν τεθεί ερώτηση που, ως ουσία, εντοπίζεται στα λεγόμενα σχήματα λόγου, όπως ακριβώς και εφέτος με το κείμενο του Σολωμού Ο Κρητικός (η ερώτηση ζητούσε να εντοπισθούν τέσσερα σχήματα λόγου και να προσδιορισθεί η [πολλαπλή] λειτουργία τους στον ποιητικό λόγο).

Σε αυτές τις περιπτώσεις, όπως και σε κάθε άλλη ομόλογη, δημιουργείται εύκολα μια σύγχυση – εν μέρει και μια ταύτιση – ανάμεσα στο τι είναι σχήμα λόγου και τι εκφραστικό μέσο στα λογοτεχνικά κείμενα. Επομένως, δε θα ήταν άσκοπο ή και εξεζητημένο να γίνει μια απόπειρα αποσαφήνισης και νοηματικού διαχωρισμού των δύο συναφών όρων.

Καταρχήν, και τα σχήματα λόγου και τα εκφραστικά μέσα είναι χαρακτηριστικά στοιχεία της λογοτεχνικής γλώσσας (και γενικά της γλώσσας). Ανήκουν δηλαδή στη γλωσσική – εκφραστική τροπικότητα των λογοτεχνικών κειμένων. Υπάρχει, όμως, μια θεμελιώδης διαφορά: τα εκφραστικά μέσα είναι η ευρύτερη σε πλάτος έννοια, ενώ τα σχήματα λόγου είναι η στενότερη. Επομένως, τα λεγόμενα σχήματα λόγου (π.χ. μεταφορά, προσωποποίηση, υπερβολή, υπερβατό κλπ.) εγγράφονται, ως υπάλληλες έννοιες, στο ευρύχωρο πλάτος που έχει ο όρος εκφραστικά μέσα. Μπορούμε δηλαδή να πούμε ότι συνιστούν δύο ομόκεντρους κύκλους που ο στενότερος (= σχήματα λόγου) είναι εγγεγραμμένος στον ευρύτερο (= εκφραστικά μέσα):

Sximata_Logoy

Η έννοια αλλά και η ουσία, κυρίως, αυτού του σχήματος απεικονίζει το αυτονόητο αξίωμα: ότι δηλαδή όλα τα σχήματα λόγου είναι εκφραστικά μέσα, αλλά όλα τα εκφραστικά μέσα δε συνιστούν αναγκαστικά και σχήματα λόγου. Ανάμεσα δηλαδή στους δύο όρους δεν υπάρχει και δε λειτουργεί η έννοια της ταυτότητας (= α είναι α) ούτε, φυσικά, και η έννοια της ταυτοσημίας.

Θα αποσαφηνιστούν τα προαναφερόμενα καλύτερα, αν αναφερθούμε σε κάποια συγκεκριμένα παραδείγματα. Η καλβική, λ.χ., εικονοποιία, συνήθως επιβλητική, μεγαλειώδης και εντυπωσιακή, ανήκει στα εκφραστικά μέσα του ποιητή, στη γλωσσική – ποιητική του τροπικότητα. Δε συνιστά, όμως, σχήμα λόγου. Αντίθετα, η καλβική εκφραστική τόλμη, όπως αισθητοποιείται, για παράδειγμα, στις εκφράσεις άνεμος σκληρός – το χώμα το μακάριον, χαρακτηρίζει τους γλωσσικούς – εκφραστικούς τρόπους του Κάλβου. Ταυτόχρονα όμως τα δύο προαναφερόμενα παραδείγματα από την ωδή Εις τον Ιερόν λόχον συνιστούν σχήματα λόγου (= μεταφοράς).

Εξάλλου, η σύγχυση ανάμεσα στα εκφραστικά μέσα και τα σχήματα λόγου αποτρέπεται, όταν λάβουμε υπόψη το εξής: ότι δηλαδή, ειδικά για τα σχήματα λόγου, το πώς λειτουργούν, ποια είναι τα εξωτερικά τους χαρακτηριστικά και σε τι αποβλέπουν, είναι τρία στοιχεία προσδιορισμένα και καθορισμένα με απόλυτη σαφήνεια.

Εν πρώτοις, κάθε σχήμα λόγου συνιστά μια ειδική διαχείριση μιας ή περισσότερων λέξεων. Αυτή η ειδική διαχείριση των λέξεων, που προκαλεί εκφραστικές ιδιαιτερότητες (= σημασιολογικές, γραμματικο–συντακτικές, ποσοτικές, αφύσικες διατάξεις στη σειρά των λέξεων), συνιστά τα λεγόμενα σχήματα λόγου.

Θα αρκούσαν, ενδεχομένως, δύο παραδείγματα, για να καταστούν τα πράγματα περισσότερο σαφή και καθαρά. Υπάρχει πιο συχνό και πιο εκφραστικό σχήμα λόγου από τη μεταφορά; Ο σύγχρονος ποιητικός λόγος θεμελιώνεται στην εκφραστική τόλμη που περιέχεται σε κάθε εύστοχη μεταφορική χρήση των λέξεων. Στην ουσία, όμως, τι συνιστά κάθε μεταφορά; Με τον πιο απλό τρόπο μπορούμε να πούμε το εξής: η μεταφορά ανασημασιολογεί την ουσία μιας λέξης· καταργεί δηλαδή και ακυρώνει την τρέχουσα και καθιερωμένη σημασία των λέξεων και προσδίδει σε αυτές μιαν άλλη καινοφανή και εκπλήσσουσα.

Σήμερα φυσάει γλυκό αεράκι.

Το επίθετο «γλυκό», που προσδιορίζει τα πράγματα γευστικά, σε αυτό το απλούστατο παράδειγμα ανασημασιοδοτείται, αποκτά δηλαδή μιαν άλλη σημασιολογική ταυτότητα (γλυκό αεράκι = ήπιο, μαλακό, ευχάριστο).

Αλλά και η έννοια και η λειτουργία μιας απλής και σύντομης παρομοίωσης τι ακριβώς συνιστά; Απλούστατα, στην παρομοίωση συλλειτουργούν ταυτόχρονα η έννοια μιας υπερβολής και ένας συγκριτικός λόγος:

Είναι ψηλός σαν κυπαρίσσι.

Προκειμένου ο λόγος, η εκφραστική δηλαδή τροπικότητα, να αισθητοποιήσει, να καταστήσει πιο παραστατικό και να εικονοποιήσει ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα κάποιου προσώπου, προσφεύγει στην υπερβολή και στη σύγκριση.

Ενδεχομένως, να μας πει κάποιος ότι: περί όνου σκιάς ασχολούμεθα. Δε θα συμφωνήσω. Στην επιστήμη, και κατ’ επέκταση στα μαθήματα, κυριαρχεί ως θεμέλιος λίθος η ορολογία, καθώς και η σαφής και κρυστάλλινη χρήση και αίσθηση των διαφόρων όρων.

ΝΠ, 25/5/2013

(αρχική πηγή δημοσίευσης: Φιλογνωσία)

Τα γραμμικά και τα πολυτροπικά κείμενα…

Αυτό που διαβάζετε τώρα είναι ένα γραμμικό κείμενο. Επίσης, το μικρό απόσπασμα που ακολουθεί, είναι η κλασική μορφή ενός γραμμικού κειμένου σε έντυπη μορφή:

Ποίηση και μουσική

Σκέφτομαι τα ποιήματα ή και τις ποιητικές συνθέσεις που είχαν την «καλή» τύχη να γίνουν έντεχνα τραγούδια. Κάποια από αυτά, ως ποιητικές πραγματώσεις, δεν ήταν τίποτ’ άλλο παρά μικρές λυρικές στιγμές, που δύσκολα προκαλούσαν έναν πρώτο κραδασμό. Απ’ τη στιγμή όμως που μιa άλλη τέχνη τα επένδυσε στο μουσικό της ρυθμό, τα ανέδειξε και τα έβγαλε απ’ τη σκόνη του χρόνου. Καθώς μάλιστα τα τραγουδάμε, συναντούν πιο εύκολα την προσωπική μας παθολογία και μας προκαλούν τη στιγμιαία δόνηση. Έτσι, μοιάζουν να έχουν αποκτήσει συγκινησιακή επιφάνεια, που δεν την είχαν ως ποιητικά κείμενα.

(Από το βιβλίο του Ν. Παρίση Κριτικές δοκιμές, Δόμος, 1986)

Έχετε σκεφτεί ποια είναι η εγγενής αδυναμία ενός γραμμικού κειμένου; Θα τη νιώσουμε καλύτερα αν σκεφτούμε ένα κείμενο αφηγηματικού χαρακτήρα – ένα, λ.χ., μυθιστόρημα, μια νουβέλα ή ένα διήγημα.

Όλα αυτά τα γραμμικά κείμενα δεν μπορούν να παρουσιάσουν ταυτόχρονα δύο γεγονότα που συνέβησαν την ίδια στιγμή. Αναγκαστικά θα αφηγηθούν πρώτα το ένα και μετά το άλλο. Παρόλο που ως συμβάντα ανήκουν στην ίδια χρονική στιγμή. Αυτή, ακριβώς, είναι η αδυναμία των γραμμικών κειμένων.

Την αδυναμία της γραμμικότητας δεν την έχει το σύγχρονο θέατρο και ο κινηματογράφος. Αυτές οι δύο τέχνες έχουν την αφηγηματική δυνατότητα να παρουσιάζουν ταυτόχρονα δύο γεγονότα ομόχρονα, δηλαδή δύο περιστατικά που συνέβησαν την ίδια χρονική στιγμή. Επομένως, το θέατρο και ο κινηματογράφος δεν έχουν την αδυναμία της γραμμικότητας.

Η αδυναμία της γραμμικότητας ξεπεράστηκε με τα λεγόμενα πολυτροπικά κείμενα. Αυτά τα κείμενα εκτός από τον γραπτό – έντυπο λόγο, που μπορεί να τυπώνεται όχι μόνο γραμμικά αλλά με ποικίλους άλλους τρόπους, μπορούν να συνδυάζουν πολλά εκφραστικά μέσα (π.χ. λόγο και εικόνα).

Σήμερα, μάλιστα, οι δυνατότητες που προσφέρουν οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές έχουν καταστήσει πρακτικά εύκολη τη δημιουργία πολυτροπικών κειμένων. Τα τελευταία αυτά, επειδή ακριβώς ξεπερνούν την αδυναμία της γραμμικής και επίπεδης γραφής, συνιστούν «κείμενα» ζωντανά, απτά, πολυεπίπεδα και ιδιαίτερα «εκφραστικά». Γι’ αυτό και προσφέρονται για πολλαπλή αξιολόγηση στην εκπαιδευτική και μαθησιακή διαδικασία. Πρόκειται δηλαδή για κείμενα που μιλούν στα παιδιά με ιδιαίτερη δραστική αμεσότητα και με ζωντανό και ευθύ τρόπο.

Για παράδειγμα, η παρακάτω σελίδα συνδυάζει τη γραμμικότητα και την πολυτροπικότητα των κειμένων:

Selida_Psifiakes

(Από το βιβλίο των Ν. Παρίση, Γ. Κωτσάνη Ψηφιακές Ερευνητικές Εργασίες, 2011)

Καταληκτικά, θα πρέπει να σημειώσουμε ότι τα πολυτροπικά κείμενα δεν είναι μόνο ειδικής γραφής αλλά και ειδικών σκοπών. Δυναμική και πολλαπλή αξιοποίησή τους γίνεται πολύ συχνά στην εκπαίδευση.

ΝΠ, 31/3/2013

Οι πολλαπλές λειτουργίες των λέξεων

Σκεφθείτε κάτι πολύ απλό: όταν ακούτε μια λέξη (ή όταν διαβάζετε μια λέξη), πόσα πράγματα συλλειτουργούν μέσα σας;LexeisΤο έχετε σκεφθεί αυτό το θέμα; Κι όμως, είναι κάτι που μας συμβαίνει άπειρες φορές μέσα σε μια μέρα. Αξίζει, λοιπόν, να το δούμε.

Πρώτα πρώτα οι φθόγγοι (= τα γράμματα) που συνθέτουν μια λέξη, παράγουν ένα συγκεκριμένο

ηχητικό αποτέλεσμα

(= έναν ήχο, ένα άκουσμα)

 Την αίσθηση αυτού του ήχου τη νιώθουμε καλύτερα, όταν ακούμε μια λέξη από άλλη γλώσσα που δεν την ξέρουμε. Η λέξη γίνεται αισθητή μόνο ως άκουσμα, ως ήχος, ως ηχητικό αποτέλεσμα.

π.χ.  amour

 Αν δεν γνωρίζουμε τι σημαίνει αυτή η λέξη στη γαλλική γλώσσα, την ακούμε και τη νιώθουμε μόνον ως έναν ακατανόητο ήχο.

Ξαναγυρίζουμε στη δική μας γλώσσα, αυτή που ξέρουμε, που τη μιλάμε και τη γράφουμε. Τι άλλο, λοιπόν, «βλέπουμε» σε μια λέξη;

Η συνέχεια εδώ

ΝΠ, Φεβρουάριος 2013

Από το παλιό στο φρέσκο: το όνειρο της ανανέωσης στην ελληνική εκπαίδευση

Υπάρχει ακόμη πολλή σκουριά. Οξειδωμένες αρθρώσεις που κάνουν δύσκαμπτο και δυσκίνητο το σώμα. Ισχυρές και παγιωμένες αντιλήψεις βαραίνουν το στήθος και δεν επιτρέπουν την ελεύθερη ανάσα. Το κρατούν καθηλωμένο στα ίδια και τα ίδια, δεμένο με χοντρά σχοινιά, το σώμα της ελληνικής εκπαίδευσης.

Όποιος, όμως, είναι καθηλωμένος στον ίδιο τόπο, πάσχει από έλλειψη ευρυχωρίας· δεν ανασαίνει ελεύθερα· σβήνει λίγο λίγο η δημιουργική, η ρηξικέλευθη σκέψη και χάνεται, ίσως και οριστικά, η ικανότητα για τολμηρές τομές και φρέσκιες αναζητήσεις.

Σ’ ένα τέτοιο κλίμα αυτοκαθήλωσης σε τριμμένα και οξειδωμένα σχήματα (= διδασκόμενης ύλης, στόχων, νοοτροπίας, μεθοδολογίας, διδακτικής φιλοσοφίας κλπ.), έγκλειστη στη μεγαλόστομη ρητορική της αυταρέσκειας, χάνεται και υποφέρει ή και βασανίζεται η ελληνική εκπαίδευση.

Μήπως φαντάζουν όλα αυτά υπερβολικά και διογκωμένα; μήπως μοιάζουν να απορρέουν από την ίδια πηγή της νεοελληνικής γκρίνιας και μιζέριας; μήπως, τελικά, βλέπουμε τα πράγματα με θολωμένη, από ποικίλες σκοπιμότητες, όραση;

Writing pen

Ευτυχώς, είναι εύκολο να καταδείξουμε ότι ισχύουν τα ακριβώς αντίθετα. Δεν υπάρχει δηλαδή πρόθεση διόγκωσης· ούτε η μίζερη μεμψιμοιρία· και η όραση διατηρεί τη διαύγειά της και βλέπει τα πράγματα με ευκρίνεια και στις πραγματικές τους διαστάσεις.

Χρειάζεται, βέβαια, και ο εμπράγματος λόγος: να δώσουμε δηλαδή τα αποδεικτικά στοιχεία· αυτά που βεβαιώνουν ότι η ελληνική εκπαίδευση είναι στατική, ακίνητη και καθηλωμένη· ότι της λείπει δηλαδή η δυναμική της ουσιαστικής ανανέωσης. Θα αρκούσαν, πιστεύω, ελάχιστα παραδείγματα από την ενδοσχολική διδακτική πραγματικότητα για να φανεί, με απτό τρόπο, η αλήθεια της εκπαιδευτικής απραξίας ή, έστω, και νωχέλειας… (συνέχεια στο παρακάτω pdf)

από το μαθητή ως κέντρο, αναπτύσσεται ερευνητική εργασία, που κατατείνει στην ανακάλυψη της γνώσης…

ΝΠ, 16/12/2012

Η διδασκαλία ολόκληρου λογοτεχνικού έργου: απορίες και ερωτήματα

Με τις πρόσφατες οδηγίες που έφτασαν στα Λύκεια (μόλις στις 4 Οκτωβρίου), επαναεισάγεται στην Α΄ λυκειακή τάξη – ομολογουμένως για πολλοστή φορά – ο θεσμός της διδασκαλίας ολόκληρου (= εκτενούς) λογοτεχνικού έργου, δηλαδή ενός μυθιστορήματος ή μιας νουβέλας. Φαίνεται ότι τα ελληνικά ΠΣ έχουν μια περίεργη εγγενή «δυναμική»: να πορεύονται προς τα πίσω και να ανακυκλώνουν παλιές και τριμμένες από κακή χρήση διδακτικές κατευθύνσεις.

Βέβαια, κανείς δε θα μπορούσε να μεμφθεί τη διδασκαλία ενός μυθιστορήματος σε λυκειακή τάξη. Ήδη ο θεσμός, εδώ και αρκετά χρόνια, δοκιμάζεται με επιτυχία στη θεωρητική κατεύθυνση της Γ΄ Λυκείου: διδάσκεται Βιζυηνός (Το αμάρτημα της μητρός μου), Στρατής Δούκας (Η ιστορία ενός αιχμαλώτου) αλλά και εκτενή ποιητικά έργα του Σολωμού και του Ρίτσου (Κρητικός, Η σονάτα του σεληνόφωτος).

Όμως στη Γ΄ Λυκείου, και δη στην κατεύθυνση, η διδασκαλία και η πρόσληψη ενός λογοτεχνικού έργου λειτουργούν κάτω από το πιεστικό και εξαναγκαστικό καθεστώς των πανελλαδικών εξετάσεων. Στις άλλες, όμως, λυκειακές τάξεις είναι γνωστό ότι επικρατεί διδακτική χαλαρότητα και μαθητική αδιαφορία.

Ας επανέλθουμε όμως στον επαναεισαγόμενο θεσμό. Γιατί, άραγε, το Υπουργείο επανέρχεται σε ένα διδακτικό πρόγραμμα που, όποτε δοκιμάστηκε, παρουσίασε εξαρχής σημεία σταδιακής αποδυνάμωσης, διδακτικής υποτονικότητας ή και αδράνειας; Δε θα ήταν πιο αποτελεσματικό, να επαναεισαχθεί ο θεσμός της διδασκαλίας ενός, λ.χ., μυθιστορήματος, αφού δημιουργηθεί πρώτα μια εδραία, υποστηρικτική της διδασκαλίας, υποδομή αναγκαία και υποβοηθητική για τον διδάσκοντα;

Χωρίς αυτή την υποστηρικτική υποδομή, για την οποία θα μιλήσουμε εκτενέστερα στα όσα ακολουθούν, το εγχείρημα κινδυνεύει να μεταπέσει πάλι σε διδακτικές αστοχίες, σε εσφαλμένες ή δύσκολες κειμενικές επιλογές, που να μην τις «σηκώνει» το επίπεδο της τάξης, ή ακόμη και στη νευρικότητα ενός διδακτικού αυτοσχεδιασμού…

Didaskalia_Afigimatikou

ΝΠ, 5/10/2012

Ο γλωσσικός μας πολιτισμός: το πλούσιο «ταμείο» της ελληνικής γλώσσας

Ως μη ειδικός δεν μπορώ να γνωρίζω τον υλικό πλούτο που έχει η χώρα μας. Είναι κρυμμένος, λένε, κάτω από τον στεριανό και τον υποθαλάσσιο χώρο μας. Μπορώ, όμως, να γνωρίζω τι πνευματικό πλούτο διαθέτει η Ελλάδα. Ανεκτίμητο και πολύμορφο! Το δέχονται οι πάντες, ακόμη και οι μη φίλοι μας.

Φυσικά, δεν πρόκειται να ξαφνιάσω, αν θέσω πρώτον αξιολογικά τον γλωσσικό μας πλούτο. Όχι, κυρίως, ως λεξιλογικό θησαυρό ή ως δύναμη εκφραστικής ευλυγισίας. Προβάλλω αυτόν τον πλούτο ως ιστορικό, πρωτίστως, μέγεθος και ως έναν πολύτιμο και πολυσέλιδο όγκο γλωσσικής περιπέτειας και ανεκτίμητων κειμένων.

Η Ελλάδα, χρόνια τώρα, πραγματοποίησε – εξακολουθεί και στο παρόν – τη μεγαλύτερη πολιτιστική εισβολή στους άλλους λαούς της Ευρώπης. Η Ελλάδα, βέβαια, ως γλωσσική κυρίως οντότητα. Φυσικά, δεν προσπάθησε να αλώσει τις άλλες γλώσσες. Αντίθετα, τις πλούτισε γλωσσικά. Έδωσε στους άλλους λαούς όλο το επιστημονικό λεξιλόγιο. Σήμερα, όλοι οι όροι στις επιστήμες, σε όλες σχεδόν τις γλώσσες, έχουν ελληνική ρίζα και προέλευση. Πρόκειται για ένα είδος γλωσσικής παγκοσμιοποίησης στο χώρο του πολιτισμού· παγκοσμιοποίηση με ελληνική ταυτότητα και με ελληνικά γλωσσικά «προϊόντα».

Σήμερα, λοιπόν, η σχεδόν χρεοκοπημένη Ελλάδα, έχει προσφέρει στη γλωσσική οικουμένη υπέρογκα πολιτιστικά – γλωσσικά δάνεια, που παραμένουν ανεξόφλητα. Όλοι οι λαοί της Ευρώπης είναι, απέναντί μας, υπερχρεωμένοι, κι αυτά τα χρέη είναι, επίσης, μεγέθη που συνυπολογίζονται ως ποσοστό πάνω στο γλωσσικό ΑΕΠ του κάθε λαού. Χρειάζεται να τα θυμόμαστε κάπου κάπου όλα αυτά.

Η πολιτιστική – γλωσσική εισβολή της Ελλάδας στην επικράτεια των άλλων λαών δεν έχει καμιά απολύτως ομοιότητα με τη σημερινή κυριαρχία της αγγλικής γλώσσας σε παγκόσμια σχεδόν κλίμακα. Η κυριαρχία της αγγλικής λειτουργεί σήμερα ως ένα είδος γλωσσικού ιμπεριαλισμού. Η αγγλική γλώσσα εισβάλλει και εκτοπίζει. Κυριαρχεί και αλώνει. Επιβάλλει δηλαδή τη δική της γλωσσική ηγεμονία πάνω στην πνευματική – εκφραστική ιθαγένεια ενός λαού που, τελικά, καταλήγει – ο λαός αυτός – σε ένα είδος γλωσσικής υποτέλειας και υποδούλωσης.

Ερώτημα εύλογο και φυσικό: η Ελλάδα δεν έχει τα δικά της γλωσσικά δάνεια; Δεν οφείλει κάτι σε άλλους λαούς; Φυσικά και έχει. Καταρχάς, η παραδοσιακή γλωσσολογία δέχεται το πρώτο μας μεγάλο δάνειο: δεν είχαμε, λέει, αλφάβητο στα πανάρχαια χρόνια. Το δανειστήκαμε από τους Φοίνικες. Το προσαρμόσαμε όμως στο δικό μας φωνητικό σύστημα. Μπορεί, βέβαια, όλα αυτά να ανήκουν, ενδεχομένως, στην περιοχή του μύθου. Δείχνουν όμως κάτι πολύ σημαντικό: οι λαοί δε ζουν σε κατάσταση γλωσσικού απομονωτισμού. Οι γλωσσικές ανταλλαγές – ευρύτερα οι πνευματικές – δημιουργούν ένα άλλο «πνευματικό» εμπόριο, που συνιστά μια συναλλαγή διαφορετικής ποιότητας.

Μπορεί, λοιπόν, το ελληνικό αλφάβητο να έχει πάνω του στοιχεία φοινικικής ταυτότητας, όμως εμείς με τη σειρά μας κάναμε κάτι άλλο πολύ πιο σημαντικό. Χαρίσαμε ή, καλύτερα, δώσαμε αλφάβητο στη δυτική Ευρώπη.

Η ιστορία είναι γνωστή: Έλληνες άποικοι που πήγαν στην κάτω Ιταλία γνώρισαν στη χώρα υποδοχής το χαλκιδικό αλφάβητο, αυτό που μόνο είχε το γράμμα χ ως ξ. Από αυτό το αλφάβητο είναι τα σημερινά ευρωπαϊκά – λατινογενή αλφάβητα. (Ο Γ. Χατζηδάκις υποστήριξε ότι από Έλληνες αποίκους που ονομάζονταν Γραικοί, προήλθε το λατινικό Graecus, το Graecia και από αυτά τα νεότερα Grèce, Greece κλπ.).

Σήμερα, όμως, λένε πολλοί, η ελληνική γλώσσα, παρ’ όλη την οικουμενική της διάσταση, διατρέχει θανάσιμους κινδύνους. Φαντάζει υπερβολικό; Ενδεχομένως. Κίνδυνοι, πάντως, υπάρχουν και απειλούν, λιγότερο ή περισσότερο, τη γλωσσική μας υπόσταση.

Είναι ορατοί αυτοί οι κίνδυνοι; όντως μας απειλούν; είναι αντιμετωπίσιμοι; Ας τους δούμε έναν έναν:

  •  Ξύπνησε πρόσφατα μια παλιά ιστορία (ξεκίνησε πρόσφατα από την Κύπρο): η ορθογραφική απλοποίηση της ελληνικής γλώσσας. Να κρατήσουμε, λ.χ., μόνο το γράμμα –ι– και να καταργήσουμε όλους τους άλλους φωνητικά ισοδύναμους φθόγγους (π.χ. ει, οι), οπότε το ρήμα λείπει θα γραφόταν «λίπι». Αστεία πράγματα! Καινούριο, τάχα μου, κρασί από παλιό βαρέλι!
  •  Κάποιοι άλλοι μιλάνε για λατινοποίηση της ελληνικής γλώσσας. Να αποδίδουμε δηλαδή τη φωνητική των ελληνικών λέξεων με λατινικούς χαρακτήρες (για φαντασθείτε την ωραία ελληνική λέξη αγάπη να τη γράφετε agapi). Σε αυτή την τάση οφείλονται τα λεγόμενα greeklish, που σήμερα πάνε να κυριαρχήσουν στην ηλεκτρονική γραφή των νέων παιδιών.
  •  Η σύγχρονη εξαπλωτική δυναμική της αγγλικής γλώσσας είναι ένας σοβαρός κίνδυνος. Πάει να γίνει μόδα ή ένδειξη για το πόσο φτωχά είναι τα ελληνικά μας, όταν μιλάμε με ένα μικτό αγγλο – ελληνικό λεξιλόγιο.
  •  Η μεγαλύτερη όμως απειλή προέρχεται από μας τους ίδιους και, κυρίως, από τη νέα γενιά. Τα  νέα παιδιά είναι αυτά που σήμερα μιλούν μια δική τους γλώσσα, έναν περίεργο νεανικό γλωσσικό κώδικα: ή φθείρουν ανεπανόρθωτα τις λέξεις ή τις ακρωτηριάζουν (πολύ προχώ ο τάδε) ή τις ανασημασιολογούν επικίνδυνα (το Σαββατόβραδο περάσαμε τζάμιΤα έφτυσε ο υπολογιστής μου).

Αυτά όλα, ναι, υποσκάπτουν τη γλώσσα, τη φθείρουν, τη γεμίζουν πληγές, θαμπώνουν κυριολεκτικά τη στιλπνότητα των λέξεων. Το πράγμα, βέβαια, ως νεανική μόδα έχει την ερμηνεία του, αλλά δεν είναι ίσως του παρόντος να επιμείνουμε περισσότερο.

Δε χρειάζεται, πάντως, να κυριαρχήσουν μέσα μας δύσθυμες σκέψεις και γκρίζες στιγμές. Η ελληνική  γλώσσα, μέσα στην πολύχρονη περιπέτειά της, έχει δείξει τις αντοχές της, την αμυντική της ρώμη και την αναγεννητική της δυναμική. Αυτή, ακριβώς, η εσωγλωσσική ευρωστία της ελληνικής λαλιάς φαίνεται, στίλβουσα και λάμπουσα, στην όμορφή μας ποίηση και στη γνήσια πεζογραφία μας.

ΝΠ, 01/06/2012